CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

23/12/06

Ο ΠΑΓΩΜΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

Μισώ τον Άι-Βασίλη. Είναι ο εχθρός μου.

Δεν εννοώ βέβαια τον αυθεντικό φιλάνθρωπο άγιο, αλλά τα εκατοντάδες χιλιάδες ομοιώματα του που έχουν κατακλύσει τους δρόμους αυτές τις χριστουγεννιάτικες μέρες. Από τον Οκτώβριο κιόλας, όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου θα δεις μια κόκκινη φιγούρα – πάνινη ή πλαστική, σε μέγεθος νάνου, παιδιού, ενήλικα ή γίγαντα, σε αερόστατα και σε σκάλες, με τάρανδους και χάσκι, με εσωτερικό φωτάκι ή χωρίς εσωτερικό φωτάκι…έλεος πια! Σαν ένα κοπάδι από υπερφυσικές κατσαρίδες, τα κόκκινα φρικιά έχουν σκαρφαλώσει σε βιτρίνες καταστημάτων, μπαλκόνια διαμερισμάτων, αυλές σπιτιών, έχουν τρυπώσει στα εξώφυλλα και τις εσωτερικές σελίδες περιοδικών, στην τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Ο Άι-Βασίλης είναι παντού και έχει ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο. Θέλει να μείνω άνεργος, να ζητιανεύω στο δρόμο για ένα πιάτο φαί. Απεργάζεται τη χρεωκοπία της επιχείρησης μου. Και είμαι εντελώς ανίσχυρος απέναντι του.

*

H «Στρατιωτάκι-Κουκλάκι - Βιομηχανία Παιχνιδιών Α.Ε.» δεν είναι ακριβώς δικιά μου εταιρεία, αλλά σαν διευθυντής πωλήσεων είμαι πρακτικά το αφεντικό. Δεν θα έχετε ακούσει και πολλά για μας, άλλωστε τα οικονομικά μας μεγέθη δεν μας επιτρέπουν να επενδύσουμε σοβαρά στη διαφήμιση. Αναμφίβολα περνάμε γερό λούκι, ιδιαίτερα τώρα στις γιορτές. Από τη μια έχεις τις πολυεθνικές με τα τηλεοπτικά σποτάκια και το μούλικο στο τέλος να φωνάζει «ΤΑ ΘΕΛΩ ΟΛΑ!!!» (διάβαζε: Πατέρα, γίνε κλέφτης. Και εσύ Μάνα, πόρνη. Τέλος πάντων, κάντε ότι μπορείτε για να μου τα αγοράσετε). Από την άλλη έχεις τον Κίτρινο Όλεθρο με τα φθηνά, πλην περιζήτητα κατασκευάσματα. Και στη μέση είμαστε εμείς με κάποια παλιομοδίτικα μοντέλα Αι-Βασίληδων που δεν τα θέλει κανείς.

Άντε να το πεις τώρα αυτό στο διοικητικό συμβούλιο.

«Αυτή είναι η κατάσταση κύριοι» καταλήγω, ολοκληρώνοντας τη σχετική παρουσίαση των αποτελεσμάτων του περσινού χειμερινού τριμήνου. Πίσω μου, τα διαγράμματα του PowerPoint θυμίζουν την πορεία του Γενικού Δείκτη κατά τη δεύτερη θητεία του Σημίτη. «Έχουμε μείνει με τόσους πολλούς Αι-Βασίληδες απούλητους που προτείνω στον έναν να δίνουμε δώρο άλλους τρείς»
Κανείς δεν γελάει.
«Ίσως να φταίει η έλλειψη δημιουργικής φαντασίας από την πλευρά του μάρκετινγκ» μου την μπαίνει ο Αγησίλαος, επικεφαλής του τμήματος παραγωγής. Είναι ένας εξυπνάκιας μηχανικός που έχει φάει τριάντα χρόνια στην εταιρεία. Δεν είναι το πρότυπο μου. Είμαι εδώ μόλις ένα χρόνο και ήδη καταστρώνω σχέδια διαφυγής.
«Συγγνώμην;;; Μου εξηγείτε παρακαλώ πώς να πείσω δημιουργικά πεντακόσιες χιλιάδες ανήλικα ότι οι δικοί μας ακριβοί κόκκινοι χοντρομπαλάδες είναι καλύτεροι από τους κινεζικούς;»
«Είναι θέμα προοπτικής» μου την ξαναμπαίνει. «Κατανοώ ότι δεν έχετε εξοικειωθεί ακόμα με το αντικείμενο της εταιρείας μας. Το προηγούμενο πόστο σας ήταν σε αντιπροσωπεία σπορ αυτοκινήτων, νομίζω; Παιχνίδια για μεγάλους, όχι για παιδιά»
Γουάου, χτύπημα κάτω από τη μέση!
«Και γιατί να είναι αυτό κακό; Και το σχολείο έχω τελειώσει και το στρατό», απαντώ, και εννοώ: Κάτσε εσύ «ενήλικα» φλώρε και παίξε με τα συναρμολογούμενα σου και άσε για μένα τα καμπριολέ και τις ξανθές θεές.
«Ίσως θα έπρεπε να βάλουμε κίνηση στα κουκλάκια μας» πετάγεται ο Πάνος, ο υπεύθυνος σχεδιασμού. Καλό παιδί, με μεταπτυχιακά στην Ιαπωνία πάνω στη ρομποτική. Καλό και άτυχο, αφού ήρθε να εργαστεί σε εμάς. Έχει φτιάξει κάτι ωραίες γκατζετιές με τηλεκατευθυνόμενους τάρανδους που κάνουν απίθανα αεροπλανικά.
«Οι Κινέζοι το έχουν ήδη κάνει εδώ και χρόνια» παρατηρώ, αλλά με το μαλακό, γιατί δεν θέλω να απογοητευτεί ο νέος.
«Ναι, αλλά το αποτέλεσμα είναι πολύ άγαρμπο. Θα τους έχετε δει όλοι, οι κούκλες κινούν τη μέση τους με ένα εντελώς αφύσικο, βαθμιδωτό τρόπο»
«Σαν συγκαμένοι» συμπληρώνω. «Μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο;»
«Έχω να καταθέσω μία πλήρη πρόταση» λέει με σοβαρό ύφος και με σταθερή φωνή.
Βαριά σιωπή στο ΔΣ και όλα τα μάτια καρφωμένα πάνω στο Πάνο.
«Έχω σχεδιάσει ένα νέο τσιπάκι που μπορεί να ενσωματωθεί σε κάθε τύπο κούκλας που φτιάχνουμε. Βασικά είναι μία αντιγραφή του Ασίμο, του ιαπωνικού ρομπότ-υπηρέτη»
«Δεν μου αρέσει. Προαισθάνομαι αγωγές για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας» λέει η Νίκη, η νομική σύμβουλος της εταιρείας.
«Όχι, όχι, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα» τον καθησυχάζει ο Πάνος. «Το λογισμικό είναι τελείως διαφορετικό, μόλις ολοκλήρωσα την πρώτη δοκιμή του»
«Και τι θα κάνει ο Αι-Βασίλης σου;» ρωτά ο μαρκετίστας μέσα μου. «Θα φέρνει τα δώρα στο σπίτι;»
«Σιγά μην ψήνει τον καφέ και πληρώνει και τους λογαριασμούς!» λέει κοροϊδευτικά ο σπαστικός ο Αγησίλαος.
«Και όμως θα μπορεί να κάνει όλα αυτά και πολλά περισσότερα» απαντά ο Πάνος, πάντα σοβαρός.
Και πάλι βαριά σιωπή.
«Σαν τι δηλαδή;» ρωτώ.
«Το βασικό λογισμικό μπορεί να εκπαιδευθεί έτσι ώστε να αναγνωρίζει αποκλειστικά τις συνήθειες και τις ιδιαιτερότητες του κατόχου του. Με τον τρόπο αυτό το ρομπότ θα γίνει ένα είδος σκιάς του αγοραστή του. Θα είναι ταυτόχρονα γραμματέας, κατοικίδιο και διασκεδαστής. Επίσης θα μπορεί να αναλάβει όλες τις καθημερινές εργασίες του κατόχου του, να πληρώνει τους λογαριασμούς, να απαντά τα τηλεφωνήματα, να τακτοποιεί την αλληλογραφία…»
«Και θα μας πάρει δέκα χρόνια να φτιάξουμε το πρωτότυπο» πετάγεται ο Αγησίλαος.
«Καθόλου. Έχω ήδη κατασκευάσει την πρώτη έκδοση, ολοκληρωμένη με το τσιπάκι, το πρόγραμμα και το σιδερένιο σκελετό με τους σερβοκινητήρες. Λείπει μόνο η εξωτερική επένδυση με το πλαστικό περίβλημα του Άι-Βασίλη και η μαζική παραγωγή»
«Νέος» του λέω, χωρίς να αστειεύομαι, «μας δουλεύεις ή έχεις πάρει τίποτα;»

*

Δεν αστειευόταν. Είχε πραγματικά φτιάξει ένα απίθανο πρωτότυπο, ένα ανθρωποειδές που θύμιζε τον Εξολοθρευτή σε μέγεθος νάνου. Μπορούσε να μιλά, να επικοινωνεί και να ανταποκρίνεται με την ακρίβεια ενός πιστού υπηρέτη. Ακόμα και η κίνηση του ήταν εξαιρετικά ομαλή, σχεδόν φυσιολογική-δεν θύμιζε σε τίποτα το σπαστικό λίκνισμα των ανταγωνιστικών κακέκτυπων. Ήταν σαν ένα homunculus. Αναρωτιέμαι πως τον έφτιαξε ο Πάνος. Δεν μπορεί, κάποια λαδιά θα υπάρχει στη μέση. Αλλά ποιος νοιάζεται;

Έστω. Ένας Αι-Βασίλης, ακόμα και χάϊ-τέκ, είναι εξ ορισμού ένα εποχιακό προϊόν. Η εταιρεία θα έπρεπε να καταφύγει στον τραπεζικό δανεισμό για να προλάβει να ρίξει το ρομπότ στη Χριστουγεννιάτικη αγορά. Για πόσο θα πουλούσε; Μέχρι τα μέσα του Γενάρη θα ήταν παρελθόν. Εγώ δεν είχα ακόμα πειστεί και φρόντισα να μην πειστεί ούτε το ΔΣ. Ακουστήκαν πολλές απόψεις και τελικά καταλήξαμε στην παρουσίαση του προϊόντος σαν κάτι τα διαφορετικό, κάτι που θα θύμιζε τον Αι-Βασίλη, αλλά δεν θα ήταν ακριβώς αυτό. Έτσι αναθέσαμε στην Ιρίνα, μία ανερχόμενη σχεδιάστρια μόδας τον επανασχεδιασμό της παραδοσιακής Αι-Βασιλιάτικης στολής. (Καλό κορίτσι. Ουκρανικής καταγωγής και θεογκόμενα. Ψήνω κατάσταση μαζί της. Της έχω τάξει αύξηση του μπόνους και πρωτοχρονιάτικο ταξίδι στις Άλπεις – με έξοδα της εταιρείας, εννοείται.) Φαίνεται ότι είναι οπαδός του Γιούσενκο, γιατί άλλαξε το χρώμα της στολής στο πορτοκαλί. Φτιάχτηκαν δύο μοντέλα, ένα σε μέγεθος νάνου και ένα σε φυσικό μέγεθος, έξτρα δυνατό, για να κουβαλάει τα ψώνια. Μπορείς να το καλέσεις με το κινητό σου από τη δουλειά για να βάλει το φαγητό στο φούρνο μικροκυμάτων. Τέτοια χλίδα!

Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα νέο όνομα για το προϊόν. Ο Αϊ-Βασίλης, ακόμα και πορτοκαλής, παραμένει Αϊ-Βασίλης. Πώς να κάνω το homunculus να ξεχωρίζει ανάμεσα στα δισεκατομμύρια Αϊ-Βασιλάκια, Μπατμανάκια, Πόκεμον, και τα σχετικά;

Στο τραπέζι πέσανε διάφορες ιδέες.
«Να τον βγάλουμε Αϊ-Ρομποτή» πρότεινε ο Αγησίλαος, πάντα στερούμενος χιούμορ και φαντασίας. Απορρίφθηκε.
«Hoteiosho, όπως στην Ιαπωνία» πρότεινε ο ιαπωνόφιλος Πάνος, «η θεότητα με τα πολλά μάτια». Ναι, και τα παιδάκια να τα κάνουν πάνω τους. Απορρίφθηκε.
Ακούστηκε και το ακόλουθο: «Να του βάλουμε φουστίτσα και να τον ονομάσουμε Lucia ή Αγία Λουκία, κατά το σουηδικό έθιμο». Μάλιστα. Τι να πώ, αδυνατεί να συλλάβει ο νούς το μέγεθος της παρακμής.
Πετάχτηκε τέλος και η Ιρίνα και είπε:
«Πως σας φαίνεται ο Παγωμένος Πατέρας; Έτσι φωνάζουμε τον Αϊ-Βασίλη στην Ουκρανία»
Ο Παγωμένος Πατέρας; Λίγο θριλερικό ακούγεται, αλλά εντυπώνεται στη μνήμη. Δεν βαριέσαι, καλό είναι. Να μην απογοητεύσουμε και το κορίτσι μας…

*

Αν με αποκαλέσεις δύσπιστο επαρχιώτη θα προσβληθώ, αλλά θα έχεις δίκιο. Πέρα από κάθε επιφύλαξη, η επιτυχία του Παγωμένου Πατέρα ξεπέρασε όλες τις προβλέψεις. Ανάρπαστος. Μόνο μέσα στον πρώτο μήνα από την κυκλοφορία των δύο βασικών μοντέλων πουλήσαμε περισσότερα από δέκα χιλιάδες κομμάτια, στην διόλου ευκαταφρόνητη τιμή των χιλίων ευρώ έκαστο. Very good. Αρχίσαμε και εξαγωγές. Έγραψαν για μας το Time, ο Economist και το BusinessWeek. Πριν από την Πρωτοχρονιά η εταιρεία έβαλε μπροστά για την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο. Και εγώ πήγα εκείνο το ταξιδάκι στις Άλπεις μαζί με την Ιρίνα. Παράδεισος…

Τα πορτοκαλιά κουκλάκια έχουν γίνει πλέον καθεστώς. Ο κόσμος έχει εθιστεί σε αυτά σχεδόν όπως στο κινητό. Έχουμε ήδη παράγει πενήντα χιλιάδες κομμάτια. Τα βλέπεις παντού: στους δρόμους, τα σχολεία, τα καταστήματα. Τόσα πολλά που φοβάσαι ότι θα τα πατήσεις. Τα μεγάλα μοντέλα είναι πιο σπάνια, τα βλέπεις συνήθως να μπαινοβγαίνουν στα σουπερ-μάρκετ. Εγώ είδα και ένα να κουβαλά κάτι σακιά με τσιμέντο σε μία οικοδομή.
Έχει πάντως φάση να τα βλέπεις να ανακατεύονται όλα μαζί χωρίς να μπερδεύονται. Το καθένα γνωρίζει τον κάτοχο του. Εκπληκτικό. Ο Πάνος μου εξήγησε πως το κόλπο βρίσκεται στην επικοινωνία με την κάρτα sim του κινητού, έχει κάτι να κάνει με νευρωνικά δίκτυα, δεν το κατάλαβα καλά και ούτε με ενδιαφέρει.
Έχουμε ήδη κλείσει τρεις μήνες από την πρώτη κυκλοφορία τους και οι Παγωμένοι Πατέρες βασιλεύουν. Είναι ότι έχει υποσχεθεί η διαφήμιση τους:
«Θέλεις βοήθεια στο σπίτι; Ο Παγωμένος Πατέρας είναι εδώ!»
«Ποιος θα κρατήσει για το βράδυ το παιδί; Ο Παγωμένος Πατέρας είναι εδώ!»
«Έχασες τα κλειδιά του αυτοκινήτου; Ο Παγωμένος Πατέρας είναι εδώ!»
Ακούγεται πως μία δημοσκόπηση για την πρόθεση ψήφου στις επόμενες δημοτικές εκλογές ανέδειξε τον Παγωμένο Πατέρα ως τον επικρατέστερο στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος (και υπερκομματικό, παρακαλώ). Από την άλλη πλευρά, κρίνονται ως ανακριβείς οι δημοσιογραφικές πληροφορίες που θέλουν τον πρωθυπουργό να σχεδιάζει την αντικατάσταση, κατά τον προσεχή ανασχηματισμό, μελών του υπουργικού συμβουλίου με μερικούς ΠΠ.

*
Έκανα το λάθος και έφερα έναν Παγωμένο Πατέρα στο σπίτι (το μικρόσωμο μοντέλο). Βασικά υπέκυψα στα παρακάλια της Ιρίνα και τώρα πληρώνω τις συνέπειες.
Υπάρχει κάτι το ανατριχιαστικό πάνω του. Μπορεί να έχει να κάνει με εκείνο το πλαστικό, πλην όμως επίμονο βλέμμα του. Εκτιμώ το ότι αυτός και τα αδέλφια του με έκαναν πλούσιο, αλλά δεν σημαίνει ότι τον θέλω και διαρκώς ανάμεσα στα πόδια μου. Είπαμε, εμένα μου αρέσουν παιχνίδια για ενήλικες. Τούτος εδώ μου θυμίζει καμιά φορά τον Τσάκυ, την Κούκλα του Σατανά.
Κρύβεται στα πιο απίθανα μέρη του σπιτιού (έχω πρόσφατα μετακομίσει σε μια πολυτελή μεζονέτα στα βόρεια προάστια) και μετά πετάγεται ξαφνικά λέγοντας «Ο Παγωμένος Πατέρας είναι εδώ!». Κανονικό κοψοχόλιασμα. Προχθές ξεφύτρωσε μέσα από το καλάθι των άπλυτων. Ο Πάνος μου εξήγησε ότι αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο του προγραμματισμού του. Όλοι οι ΠΠ κάνουν τακτικά την εμφάνιση τους μέσα από μία εσοχή του σπιτιού, ακριβώς όπως και ο Αι-Βασίλης. Αν αυτή η εσοχή απουσιάζει, τότε ψάχνουν για την πλέον διαθέσιμη κρυψώνα. Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα τι ακριβώς εννοεί, αλλά αυτό είναι συνηθισμένο φαινόμενο με αυτό το παιδί. Έχει γίνει κάπως απόμακρος τώρα τελευταία. Περνά ατέλειωτες ώρες στο σπίτι του, μια παλαιά μονοκατοικία στο κέντρο της πόλης χωρίς να έρχεται σε επικοινωνία με κανέναν. Υπάρχουν φορές που κάνει να πατήσει στη δουλειά δύο και τρεις μέρες. Εντάξει, είναι ο τεχνικός-αστέρι της εταιρείας, αλλά να μην το παρακάνουμε κιόλας.



*

Σήμερα το πρωί ο ΠΠ πήγε να μου κάνει και άλλη μία λαχτάρα. Τον βρήκα να στρογγυλοκάθεται μπροστά στο φορητό υπολογιστή μου και να πειράζει τα e-mail μου.
«Ο Παγωμένος Πατέρας ξεκαθαρίζει το ταχυδρομείο σου από τα spam» βιάστηκε να μου εξηγήσει με την τσιριχτή, ηλεκτρονική φωνή του.
Τον έπιασα από το γιακά και τον σήκωσα ψηλά, στο ύψος των ματιών μου.
«Μην ξανατολμήσεις να αγγίξεις τα πράγματα μου» του είπα με απότομο τρόπο.
Ύστερα τον πέταξα πάνω στον καναπέ του γραφείου.

*
Η Ιρίνα έχει προσβληθεί από το «Σύνδρομο Εξάρτησης από Παγωμένο Πατέρα» ή ΣΕΠΠ. Το υποχθόνιο κουκλάκι υπέκλεψε τα μηνύματα στο κινητό της προς Ουκρανία μεριά και προσάρμοσε ανάλογα το λογισμικό του. Έτσι λοιπόν, ένα όμορφο βράδυ και ενώ καθόμαστε αγκαλιασμένοι στη ζεστασιά του σαλονιού, ήρθε δίπλα της και άρχισε να της μιλά στη μητρική της γλώσσα. Από ότι μου είπε η Ιρίνα, την αποκάλεσε Πριγκίπισσα μου και άλλα σιροπιαστά. Ύστερα της τραγούδησε παραδοσιακά ρωσικά τραγούδια . Από τότε έχουν γίνει αχώριστοι. Η Ιρίνα δεν μπορεί πια να κοιμηθεί χωρίς το νανούρισμα της φωνής του ΠΠ (βέβαια εγώ την πέφτω στον καναπέ). Ακούγεται πως όλες οι οικογένειες με Παγωμένους Πατέρες πάσχουν από ΣΕΠΠ. Το σχέδιο είναι παντού το ίδιο: ο ΠΠ του σπιτιού αρχίζει σε κάποια φάση να προσεταιρίζεται ιδιαίτερα τα θηλυκά μέλη της οικογένειας, με φράσεις όπως Βασίλισσα μου, Κυρά μου, Γλυκειά μου ή ακόμα και Μαμά. Η στρατηγική αυτή φαίνεται να αποδίδει, προκαλώντας διάσπαση του οικογενειακού ιστού (παρεμπιπτόντως σημειώθηκε έξαρση της υπογεννητικότητας παράλληλα με την αύξηση των πωλήσεων του ΠΠ). Τώρα πια, τα περισσότερα σπίτια έχουν έναν (πορτοκαλή) Αι-Βασίλη, μία Πριγκίπισσα και τον απαραίτητο τάρανδο (που τους πληρώνει!).

*

Καλού-κακού έβαλα κωδικό στον υπολογιστή μου. Μερικές φορές, καθώς πληκτροδοτώ τον συνδυασμό των γραμμάτων στο πληκτρολόγιο, αντιλαμβάνομαι στα όρια του οπτικού μου πεδίου μία πορτοκαλί φιγούρα να με παρακολουθεί. Η φιγούρα αυτή εξαφανίζεται πριν προλάβω να στρίψω το κεφάλι μου. Νοιώθω ένα απαίσιο ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου.

*

Από το πρωί ασχολούμαι με μια ειδική έκδοση του ΠΠ για ιδρύματα: ορφανοτροφεία, γηροκομεία, ΚΑΠΗ, κλπ. Χαμός. Μέσα στη φούρια χτυπά και το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούγεται η φωνή του Πάνου, κάπως παράξενη και τρεμάμενη, σαν να είναι μεθυσμένος.
«Έκανα ένα φοβερό λάθος» μου λέει. «Την πάτησα άσχημα, είμαι χαμένος»
«Ρε σύ, με τις γυναικοδουλειές σου θα ασχολούμαι;» τον αποπαίρνω. «Δεν φτάνει που την κοπανάς συστηματικά από τη δουλειά!»
«Όχι, δεν πρόκειται… μακάρι να ήταν αυτό.»
«Δεν πιστεύω να έχεις μπλέξει με ναρκωτικά ή τίποτα τοκογλύφους»
«Πολύ χειρότερα» Μου φάνηκε σαν να έπνιξε ένα λυγμό. «Πρέπει να σε δω από κοντά, και τώρα αμέσως αν γίνεται»
«Λες και δεν ξέρεις ότι τρέχω με χίλια. Πες μου τα από το τηλέφωνο»
«Δεν γίνεται, θα με ακούσουν εκείνοι. Πρέπει να συναντηθούμε κάπου έξω, κάπου που να μην μας ακολουθήσει κανείς. Μακριά από ανθρώπους και σπίτια»
Εκείνοι; Σκέφτομαι στα γρήγορα πριν του απαντήσω.
«Καλά. Να πούμε κατά τις 4 στο πάρκο κοντά στο σπίτι σου, δίπλα στο εγκαταλειμμένο εργοστάσιο;»
«Ναι, καλά είναι»
«Με φέρνεις σε δύσκολη θέση» του λέω και προσπαθώ να φανώ ενοχλημένος. «Δεν μπορώ να καταλάβω τι σου έχει κολλήσει στο μυαλό»
«Διάβασε το e-mail που σου έστειλα» μου λέει πριν κλείσει βιαστικά.

*

Ποιο e-mail; Δεν έχω λάβει τίποτα από τον Πάνο, τουλάχιστον όχι σήμερα το πρωί. Ακόμα και αν μου είχε στείλει κάτι χθες το βράδυ θα το είχα δει στο σπίτι. Κανονικά αποφεύγω να ανοίγω τον φορητό, αρκεί η απασχόληση στην εταιρεία, άσε που κάνει και κακό στη σεξουαλική δραστηριότητα. Από τότε όμως που η Ιρίνα άρχισε το χαμούρεμα με το κουκλάκι, έ, τι να κάνω και εγώ, το ξαναέριξα στη βραδινή δουλειά.

Είναι τώρα 4 το απόγευμα και έχω αφήσει ένα κάρο σημαντικά meeting για να συναντηθώ με τον παλαβό τον Πάνο. Ακόμα να φανεί. Τι στο καλό, το σπίτι του δεν απέχει ούτε πέντε λεπτά με τα πόδια.
Το πάρκο δίπλα από το παλιό εργοστάσιο λες και έχει βγει μέσα από βιβλίο του Τζον Λε Καρέ. Ένα χορταριασμένο κομμάτι γης ανάμεσα σε θεόρατα ερείπια, γυμνούς τοίχους με τμήματα του σκυροδέματος να εξέχουν απειλητικά ανάμεσα τους. Και σιωπή. Απόλυτη σιωπή, σαν να έχει πέσει βόμβα νετρονίων. Μόνο από πολύ μακρυά ακούγεται ο ήχος της κίνησης αυτοκινήτων, νομίζω και ενός περιπολικού της αστυνομίας.
Η ώρα έχει πάει 4.20 και ούτε φωνή ούτε ακρόαση από τον Πάνο. Το κινητό του φαίνεται να έχει απενεργοποιηθεί. Ούτε γκόμενα δεν με έχει στήσει ποτέ για τόσο πολύ. Και μάλιστα σε τέτοια ερημιά. Πάλι ακούγεται ο ήχος ενός περιπολικού, αυτή τη φορά πιο κοντά.
Αποφασίζω να πεταχτώ ως το σπίτι του Πάνου και να του ψάλλω για τα καλά.

*

Έξω από το αναπαλαιωμένο νεοκλασικό έχουν μαζευτεί η Σάρα και η Μάρα, δηλαδή όλη η γειτονιά, περαστικοί και αργόσχολοι. Τρία περιπολικά και ένα ασθενοφόρο μάλλον δεν έχουν έρθει για pyjama-party.
«Τι τρέχει;» ρωτώ έναν αστυνομικό.
«Φόνος» μου λέει απλά και ουδέτερα, σαν το μετεωρολόγο στο δελτίο καιρού. «Σκοτώσανε το νεαρό μέσα στο σπίτι. Πρέπει να ήταν ληστεία, έχουν σηκώσει όλο το σπίτι, πουθενά δεν βρήκαμε χρήματα ή πιστωτικές»
Ο Πάνος ήταν μανιακός με την ασφάλεια, είχε εγκαταστήσει ολόκληρο σύστημα συναγερμού και η εξώπορτα του θα άνοιγε μόνο με δυναμίτη.
«Βρήκατε ίχνη διάρρηξης;» ρωτώ δήθεν αδιάφορα.
«Όχι, κανένα ίχνος. Πρέπει να γνώριζε τους ληστές και να τους άνοιξε μόνος την πόρτα. Θα τους βρούμε στα σίγουρα.»
Μέσα στο γενικό χαμό, κατορθώνω να μπω μες στο σπίτι. Έχουν απομακρύνει το πτώμα, αλλά η εικόνα που αντικρύζω μου κάνει το στομάχι κάπως.
Το εσωτερικό του διαμερίσματος θυμίζει τραπουλόχαρτο μετά από πέρασμα τυφώνα. Όλα τα έπιπλα έχουν αναποδογυριστεί, ανοιχτεί, ξεψαχνιστεί. Ρούχα κείτονται πεταμένα παντού, βιβλία σκισμένα σε πολλά κομμάτια.
Προχωρώ στο καθιστικό. Παραδόξως δεν έχουν πειράξει τις ηλεκτρονικές συσκευές, DVD, home theater και τα σχετικά. Έχουν όμως διαλύσει τον καναπέ και το μπαρ. Επίσης έχουν αφήσει άθικτη και τη συλλογή από Παγωμένους Πατέρες του Πάνου – την προσωπική του συλλογή. Επτά μοντέλα μεγέθους νάνου (σαν αυτούς που βάζουν στους κήπους) και ένα σε φυσικό μέγεθος. Στέκονται βουβά, σαν θλιμμένα ορφανά. Ας τα αναλάβει η Πρόνοια. Έναν έβαλα εγώ στο σπίτι μου και εκθρονίστηκα. Τα νανάκια κάθονται κοντά στο μεγάλο τζάκι, ενώ ο μεγάλος ΠΠ στέκεται δίπλα σαν σκοπός στην πόρτα. Πρέπει να ενόχλησε τους διαρρήκτες γιατί τα μπατζάκια της στολής του είναι ξεσκισμένα…
Ο Πάνος είχε και ένα σκύλο, ένα μπουλ-τεριέ μετρίου μεγέθους. Τώρα το έχει αναλάβει μία γειτόνισσα. Την βλέπω να ζορίζεται καθώς το κρατά από το λουρί και αυτό αγριεμένο, με το στόμα γεμάτο αφρούς να θέλει να ξαναμπεί μέσα στο σπίτι. Λογικό.
«Ξέρετε, έχω άλλα τρία, όλα αδέσποτα» μου λέει με τρόπο.
Έχω και αγαθή φάτσα.
«Αφήστε» της λέω, «από αύριο θα το αναλάβω εγώ» Με γειά μου.
Έξω από το σπίτι συναντώ ξανά τον αστυνομικό με τον οποίο είχα μιλήσει πριν.
«Πως πέθανε ο ιδιοκτήτης;» ρωτώ. «Τον μαχαίρωσαν ή τον πυροβόλησαν;»
«Τίποτα από τα δύο. Τον έδειραν»
«Τι εννοείς τον έδειραν;» ρωτώ ξανά, σαν χαζός. Κάτι δεν μου πάει καλά.
«Τον ξυλοκόπησαν, άνθρωπε μου. Του έσπασαν του κεφάλι με τα χέρια»

*
Μόλις απάντησα σε μια κλήση της Ιρίνα στο κινητό μου. Αυτό που μόλις μου είπε με έχει αναστατώσει. Απομακρύνομαι από τον τόπο του εγκλήματος έχοντας μέσα μου μια απαίσια αίσθηση. Σαν ένα απόστημα που δεν λέει να σπάσει, να εκτονωθεί.

Αντί να φύγω μακρυά από τον τόπο του εγκλήματος, περιπλανούμαι για λίγο στη γειτονιά. Κάνω τον γύρο του τετραγώνου και μετά αρχίζω να εξερευνώ τους κάθετους δρόμους που καταλήγουν σε αυτό, σαν τα πλοκάμια ενός χταποδιού. Εντοπίζω αυτό που ψάχνω στον τρίτο δρόμο, παράλληλα με το δεξιό πεζοδρόμιο.

*

Ο σκουπιδοτενεκές είναι γεμάτος σχεδόν μέχρι το κρίσιμο σημείο υπερχείλισης. Λοιπόν! Η περιέργεια έχει το αντίτιμο της. Όπως λένε και στα σεμινάρια ΜΒΑ, ακόμα και ένας executive πρέπει να λερώνει τα χεράκια του από καιρού εις καιρό.
Αδειάζω τα σκουπίδια ένα-ένα, εξετάζοντας το κάθε αντικείμενο με τη μεθοδικότητα Ιησουίτη μελετητή. Η μπόχα είναι ανυπόφορη.
Έχω φτάσει στη μέση του κάδου όταν ένα μικρό, γυαλιστερό αντικείμενο μου αποσπά αμέσως την προσοχή. Δεν φαίνεται να είναι μεταλλικό, μάλλον είναι δερμάτινο ή ίσως πλαστικό, με επικάλυψη από δερματίνη. Έχει σχήμα τετράγωνο, στο μέγεθος μιας παλάμης. Μπίνγκο!
Είμαι μάλλον μικρόσωμος (για αυτό και έλκομαι από νταρντάνες, σαν την Ιρίνα) και καταβάλω μια αρκετά σοβαρή προσπάθεια για να πιάσω το εύρημα. Το σακάκι μου γίνεται χάλια και κάποιοι περαστικοί με κοιτούν με συμπόνια, αν όχι και με κάποια απορία (για δες κουστουμιά Αρμάνι ο κλοσάρ).
Φέρνω το λάφυρο μου στο οπτικό μου πεδίο και το μελετώ προσεκτικά. Το εσωτερικό του είναι εντελώς άθικτο, με όλα τα προβλεπόμενα περιεχόμενα του ακέραια. Πιστωτικές κάρτες, ταυτότητα, ακόμα και μετρητά – δύο χιλιάδες ευρώ.

Αν οι δολοφόνοι του Πάνου ήταν διαρρήκτες, γιατί πετάξανε στα σκουπίδια το πορτοφόλι του έτσι όπως το βρήκαν;


*

Δεν επιστρέφω στο σπίτι μου, αλλά τραβώ πίσω στο γραφείο. Το μυαλό μου είναι αλλού, στα τελευταία λόγια του Πάνου στο τηλέφωνο:
«…θα με ακούσουν εκείνοι …να συναντηθούμε κάπου έξω, κάπου που να μην μας ακολουθήσει κανείς…»
Νόμιζα ότι είχε παραφρονήσει, αλλά μάλλον έπεσα έξω.
«…Διάβασε το e-mail που σου έστειλα…»
Μόλις πριν από λίγο η Ιρίνα με πήρε για να με ρωτήσει αν θα αργήσω να γυρίσω. Συνήθως λέμε πολλά από το τηλέφωνο. Πως πέρασε η μέρα καθενός μας, πως πήγαν οι δουλειές κ.λ.π. Όταν βρισκόμαστε μαζί είμαστε μάλλον λιγομίλητοι. Προηγείται, βλέπετε, το τσιλιμπούρδισμα. Η Ιρίνα έχει καθιερώσει να μου αναφέρει και τις καθημερινές δραστηριότητες του Παγωμένου Πατέρα της, του Μαρόζνι Ατέτς, όπως τον αποκαλεί εκείνη στα Ουκρανικά, τι παραμύθια της είπε, τι δώρα έφερε, ποια μερεμέτια έκανε στο σπίτι. Λες και είναι κανένα ζωντανό παιδί ή κατοικίδιο, άν έφαγε, αν έρεψε. Το ονομάζω «Το Δελτίο ΠΠ».
«Έχεις βάλει κωδικό στο φορητό σου;» με ρώτησε.
«Ναι, γιατί;»
«Τίποτα. Απλά προσπαθούσε να τον ανοίξει ο Μαρόζνι Ατέτς. Πρέπει να παιδεύτηκε πάνω από μία ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Δεν ξέρω και εγώ πόσους συνδυασμούς δοκίμασε το σκασμένο»
Πάγωσα.
«Γλυκούλη» συνέχισε η Ιρίνα «μήπως μπορείς να μου δώσεις τον κωδικό;»
Πρέπει να έμεινα πολύ ώρα αμίλητος, γιατί άκουσα την Ιρίνα να φωνάζει μέσα από το κινητό.
«Γλυκούλη είσαι καλά; Τι τρέχει; θα μου δώσεις τον κωδικό;»
«Ωχ, τον ξέχασα. Καλά, θα πάω στο γραφείο. Τον έχω γραμμένο στο ντοσιέ με τα εισερχόμενα»
Φυσικά αυτό είναι ψέμα. Ο κωδικός πρόσβασης βρίσκεται μόνο στο ξεροκέφαλο μου και πουθενά αλλού. Εξετάζω διάφορα σενάρια. Αν ο Πάνος μου έστειλε πραγματικά ένα e-mail, τότε αυτό θα πρέπει να έχει διαγραφεί. Από ποιόν όμως; Έλα ντέ! Ποιος σκάλιζε τη τελευταία φορά τον υπολογιστή μου;
Έχω μία ελπίδα. Αν δεν έχει προλάβει να αδειάσει το φάκελο με τα διαγραμμένα μηνύματα, τότε το αποχαιρετιστήριο κείμενο του Πάνου βρίσκεται ακόμα στο λογαριασμό μου.

*

Η εταιρεία έχει κλείσει, αλλά στην είσοδο έχει βάρδια ο σεκιουριτάς. Αντικρύζοντας τον δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω ειρωνικά. Είχαμε προσλάβει την εταιρεία ασφάλειας για να προστατεύουν τους ΠΠ από ανταγωνιστές, επίδοξους σαμποτέρ.

Το γραφείο μου βρίσκεται στον τελευταίο όροφο (φυσικά) με θέα στην Ακρόπολη. Πάλι καλά που υπάρχει ο Ήχος και το Φώς και έτσι δεν σκοντάφτω πουθενά καθώς μπαίνω μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Δεν ανοίγω τον διακόπτη του φωτισμού. Δεν θέλω κανένας να καταλάβει πως βρίσκομαι εδώ. Ήδη φαντάζομαι Παγωμένους Πατέρες να δραπετεύουν από την αποθήκη του ισογείου και να σκαρφαλώνουν στο περβάζι μου.

Ο υπολογιστής στη δουλειά προστατεύεται από διαφορετικό κωδικό από αυτόν στο σπίτι. Δύσκολο να σπαστεί από έναν ερασιτέχνη. Τον ανάβω και μπαίνω γρήγορα στο λογαριασμό με τα e-mail μου, στο φάκελο με τα διαγραμένα.

Ορίστε, νάτο! Ο Πάνος μου έστειλε ένα μήνυμα με ένα συνημμένο κείμενο την Τετάρτη το βράδυ, δηλαδή χθές. Λιγότερο από μία μέρα πριν τον δολοφονήσουν. Το μήνυμα είναι κενό, αλλά όχι και το συνοδευτικό έγραφο. Φορτώνω το Word και αρχίζω το διάβασμα:

*

Πριν από λίγο καιρό θα ήσουν ο τελευταίος άνθρωπος που θα σκεφτόμουνα να στείλω αυτό το γράμμα. Οι κόσμοι μας είναι τόσο διαφορετικοί. Είσαι προϊόν του συστήματος της αγοράς, σε ενδιαφέρουν οι γρήγορες λύσεις χωρίς πολλούς-πολλούς προβληματισμούς, όπως οι φτιαγμένοι ισολογισμοί, τα σπορ αυτοκίνητα και οι εύκολες, φανταχτερές κοπέλες. Από την άλλη πλευρά, έχεις εμένα, τον εφευρέτη, τον δημιουργό. Μου αρέσει να πηγαίνω πρώτος εκεί που άλλοι δεν έχουν κάν διανοηθεί να κοιτάξουν. Άλλοτε από περιέργεια, άλλοτε από πείσμα, αλλά ποτέ από ματαιοδοξία.

Έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ με την τεχνική νοημοσύνη και την ρομποτική. Φοβερός τομέας. Όλοι όσοι καταπιανόμαστε με την έρευνα οραματιζόμαστε ένα νέο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο συνθετικά όντα θα ζούν παράλληλα με μας, όχι απαραίτητα για να μας υπηρετούν, αλλά σαν πολύτιμοι φίλοι, κάποιοι των οποίων η ψυχρή λογική θα ήταν ένα αντίβαρο στην ενστικτώδη παρορμητικότητα μας. Είχα παρουσιάσει τις ιδέες μου στην ένωση των Κεϊράτσου, των Ιαπωνικών Βιομηχανιών. Ενάντια στις προσδοκίες μου δεν βρήκα καμμία ανταπόκριση. Ακόμα και στην προηγμένη αυτή κοινωνία το concept των ρομπότ παρέμενε βαθιά συντηρητικό «ή υπηρέτης ή κατοικίδιο» αυτός είναι ο μόνιμος αντικειμενικός σκοπός όσον αφορά τη σχεδίαση ευφυών μηχανών.

Αποφάσισα λοιπόν να κάνω αυτό που ήθελα χωρίς να κινήσω τις υποψίες του συστήματος (το οποίο παρεμπιπτόντως είχε ήδη αρχίσει να με περιθωριοποιεί – αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο γύρισα στην Ελλάδα). Το σχέδιο μου ήταν να δημιουργήσω μία νέα γενιά παιχνιδιών τα οποία θα ενσωμάτωναν μέσα τους όλες τις αρετές του νέου κυρίαρχου είδους του πλανήτη – υψηλή ευφυϊα, ικανότητα προσαρμογής, κοινωνική συμπεριφορά και σχηματισμό ομάδων συνεργασίας με τους ομοίους τους. Θα προωθούσα τα δημιουργήματα μου σαν παιδικά παιχνίδια, τον ιδανικό Δούρειο Ίππο για μία παγκόσμια επανάσταση. Και τελικά τα κατάφερα: βρήκα τη σωστή εταιρεία. Μου έλειπε όμως το κατάλληλο λογισμικό.

Το συνηθισμένο λογισμικό κάθε λογής ρομπότ και αυτομάτων είναι απελπιστικά απλό και πρωτόγονο. Για να υλοποιήσω το όνειρο μου χρειάστηκε να τροποποιήσω τις πλέον εξελιγμένες εκδόσεις ενσωματώνοντας – τι άλλο – γραμμές κώδικα από παιχνίδια δράσης και φαντασίας. Θα αναρωτηθείς γιατί. Θα σου εξηγήσω: μόνο στους χαρακτήρες των παιχνιδιών βρίσκεις τη συλλογικότητα της δράσης, την επιμονή στην επίτευξη των στόχων αλλά και την ευελιξία στη λήψη των αποφάσεων που προσεγγίζει ένα ανθρώπινο όν. Δυστυχώς όλες αυτές οι ιδιότητες αφορούν μόνο τους «κακούς», ποτέ τον ήρωα, που είναι ο μοναχικός παίκτης. Οι «κακοί» είναι που αναπτύσσουν μία εξειδικευμένη «κοινωνικότητα»: αυτή που τους επιτρέπει να κυνηγήσουν από κοινού τον ήρωα όπου και άν εμφανιστεί (μέσα στο φανταστικό κόσμο του παιχνιδιού) και να τον εξοντώσουν. Χάρη λοιπόν στη παρέμβαση μου το λογισμικό των Παγωμένων Πατέρων δεν τους δίνε απλά ασύγκριτη ευφυία. Τους επιτρέπει να εξελίσσονται μαζικά. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δεκάδες χιλιάδες ΠΠ επικοινωνούν μεταξύ τους ανταλλάσοντας πληροφορίες σχετικά με την καθημερινή τους ζωή και τις συνήθειες των κατόχων τους. Χρησιμοποιούν το δίκτυο της κινητής τηλεφωνίας. Χωρίς αυτό θα ήταν μοναχικά, χαζά ρομποτάκια.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το λάθος μου. Χρησιμοποιώντας εντολές προγράμματος που αναφέρονται σε δολοφονικούς χαρακτήρες, δημιούργησα μία στρατιά τεράτων. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των ΠΠ σε κυκλοφορία και όσο αυτοί συνειδητοποιούν ότι αποτελούν μέλος μίας μεγαλύτερης κοινότητας τόσο θα αρχίσουν να στρέφονται εναντίον των ανθρώπων με τους οποίους συζούν. Είναι θέμα χρόνου μέχρις ότου ο πληθυσμός τους αποκτήσει μία κρίσιμα μάζα – την υπολογίζω στα 70.000 τεμάχια – πριν δοθεί ένα γενικό, σχεδόν ενστικτώδες πρόσταγμα για μαζικές επιθέσεις μέσα στα σπίτια, τα γραφεία, τα καταστήματα, οπουδήποτε υπάρχουν ΠΠ. Με τον τρέχοντα ρυθμό παραγωγής και πώλησης των προϊόντων από την επιχείρηση, νομίζω πως η κατάσταση θα ξεφύγει από τον έλεγχο μας το πολύ μέσα σε πέντε ημέρες.

Ήδη έχουν αρχίσει να παίρνουν το πάνω χέρι. Είμαι όμηρος τους, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Παρακολουθούν τη κάθε μου κίνηση. Σκαρφαλώνουν στον ώμο μου όταν γράφω στον υπολογιστή, ψάχνουν τα συρτάρια μου, ξεφυλλίζουν τις σημειώσεις μου. Ο πραγματικός εχθρός είναι οι νάνοι. Σε αυτούς έχουν αξιοποιηθεί όλες οι εξελιγμένες εκδόσεις του λογισμικού. Αντίθετα, οι ΠΠ σε φυσικό μέγεθος έχουν πολύ περιορισμένη αυτονομία . Είναι μοντέλα για χειρωνακτική εργασία, όχι διάλογο. Βασικά δέχονται εντολές από τους μικρούς. Οι ψηλοί υπάρχουν για να παίρνουν διαταγές από τους κοντούς, όπως λέμε (νομίζω ότι θα σου αρέσει αυτό). Για να καταλάβεις, προχθές ο σκύλος μου έφαγε ένα μπατζάκι από τη στολή του μεγαλόσωμου ΠΠ και εκείνος ούτε που αντέδρασε.

Τα βράδυα εξαφανίζονται για λίγη ώρα. Τους ακούω από την κρεβατοκάμαρα να κινούνται γρήγορα, συνωμοτωτικά μέσα στο καθιστικό. Δεν ξέρω τι κάνουν ακριβώς, αλλά πιστεύω ότι πηγαίνουν σε κάποιο κρυφό μέρος, αυτό που έχουν διαλέξει σαν «φωλιά». Τότε βρίσκω το χρόνο και δουλεύω στον υπολογιστή με ασφάλεια.

Έχουν καταλάβει ότι κάτι τους ετοιμάζω. Ναι, τους φτιάχνω κάτι καλό. ¨Ένα πρόγραμμα που ενεργοποιείται μέσα από το δίκτυο της κινητής τηλεφωνίας. Το έχω ρίξει μέσα στην κάρτα SIM του κινητού μου. Αρκεί να πληκτρολογήσεις 1-890-222-fu και η επικοινωνία μεταξύ όλων των ΠΠ θα σταματήσει οριστικά. Μετά κάθε μονάδα θα γυρίσει στη βασική, απλή λειτουργία της. Το έχουν σίγουρα καταλάβει. Συχνά κάποιος από αυτούς στέκεται μπροστά μου, στηλώνει πάνω μου εκείνο το πλαστικό βλέμμα και λέει: «Ο Παγωμένος Πατέρας δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που κάνεις».

Ισως για αυτό μου έκλεψαν το κινητό. Δεν πρέπει να το πέταξαν μακρυά. Κάπου εδώ μέσα θα το έχουν βάλει. Δεν ξέρουν τι μπορώ να κάνω με αυτό, καταλαβαίνουν όμως ότι είναι κάτι επικίνδυνο. Υποψιάζομαι ότι θέλουν να το μελετήσουν με την ησυχία τους κάποια στιγμή, όταν...όταν εγώ θα έχω βγεί από τη μέση.

Είμαι σε απόγνωση. Από όλους τους γνωστούς μου πιστεύω ότι είσαι ο μόνος με τις ικανότητες και το κίνητρο να τους σταματήσεις. Γνωρίζω καλά πως αντιπαθείς τους ΠΠ. Για σένα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εποχιακό, πιασάρικο προϊόν. Εκεί όπου η λογική μου απέτυχε, ίσως δουλέψει το ένστικτο σου.

Τι ήταν αυτό; Νομίζω ότι γυρίζουν πίσω από τη νυχτερινή τους σύσκεψη. Κλείνω τώρα. Θυμίσου! Αν πάθω τίποτα, ψάξε γρήγορα να βρείς το κινητό. Πέντε μέρες – τόσες μόνο απομένουν.

*


Μόνο πέντε μέρες; Άν η θεωρία του Πάνου αληθεύει, έχουμε πλέον μία συν τρείς. Και αφού ο Πάνος μας άφησε χρόνους, πρέπει να βρώ εγώ το κινητό.
Ξανακάνω τη διαδρομή από το γραφείο έως το σπίτι του. Αυτή τη φορά μου θυμίζει το τουρ με το τραινάκι του τρόμου. Κάθε φορά που βλέπω έναν Παγωμένο Πατέρα πάνω στο πεζοδρόμιο ή να με παρατηρεί μέσα από τη βιτρίνα κάποιου μαγαζιού, φαντάζομαι ότι επικοινωνεί κρυφά με το σόϊ του, αναφέροντας την πορεία μου. Καλού-κακού, ενημέρωσα και την Ιρίνα.
Επιτέλους φτάνω στη μονοκατοικία. Η κορδέλα της αστυνομίας κρέμεται ακόμα σαν λάβαρο μπροστά από την εξώπορτα. Η κλειδαριά είναι σπασμένη και δεν δυσκολεύομαι να μπώ μέσα. Βλέπω αμέσως πως η γειτόνισσα δεν έχασε καιρό: ο σκύλος του Πάνου είναι ήδη εκεί, αγριεμένος μαζί και φοβισμένος. Όχι μαζί μου. Νομίζω ότι με καλοδέχτηκε.
Αναζητώ τους ΠΠ μέσα στο σκοτάδι. Διακρίνω ήδη τις φιγούρες τους και αρχίζω να τους καταμετρώ. Τρείς νάνοι μέσα στο σαλόνι, δύο πάνω στον καναπέ και ένας σε μία πολυθρόνα. Πηγαίνω προς τη κουζίνα. Άλλος ένας πάνω στο τραπέζι. Τέσσερις συνολικά. Λείπουν λοιπόν τρείς μικροί και ο μεγάλος. Καλύτερα να αρχίσω το ψάξιμο όσο μπορώ.
Μεταξύ μας ο μακαρίτης ήταν και λίγο παλαβός. Μπορεί απλά να έχασε το κινητό του ή να το έβαλε κάπου και μτεά να το ξέχασε. Λέμε τώρα. Τέλος πάντων, θα ψάξω.
Αρχίζω να ανοίγω τα συρτάρια και τα ντουλάπια, ένα προς ένα. Τίποτα. Δοκιμάζω ακόμα και το ψυγείο. Πάλι τίποτα.
Συνεχίζω μέσα στα υπόλοιπα δωμάτια. Ο σκύλος με ακολουθεί από κοντά, σαν να φοβάται να μείνει μόνος του. Δεν βλέπω τους άλλους ΠΠ, που πήγαν άραγε; Μήπως μου κρύβονται;

Μέσα στο υπνοδωμάτιο επικρατεί η ακαταστασία που άφησαν στο πέρασμα τους οι «διαρρήκτες». Μετά την εξέταση των συρταριών ανασηκώνω ένα-ένα τα σκεπάσματα του κρεβατιού. Ξαφνικά, πετάγεται από μέσα ένας νάνος Πατέρας.
«Ο Παγωμένος Πατέρας δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που κάνεις» μου λέει με τη γνώριμη τσιριχτή φωνή του.
«Σκασίλα μου» του απαντώ.
Προσπαθεί να σκαρφαλώσει πάνω μου αλλά τον πετώ με δύναμη κάτω. Με προσπερνά με ταχύτητα και εξαφανίζεται μέσα στο καθιστικό.
Τι να υπάρχει εκεί μέσα;
*

Συνειδητοποιώ τη λύση μόλις αντικρύζω και τους επτά νάνους παραταγμένους γύρω από το σβηστό τζάκι. Μου θυμίζουν τους ποδοσφαιριστές λίγο πριν χτυπήσει πέναλτι η αντίπαλη ομάδα. Σαν να προστατεύουν το τέρμα τους.

Μα φυσικά! Πως δεν το σκέφτηκα από την αρχή. Μέρος του προγραμματισμού των Παγωμένων Πατέρων αφορούσε τη συμπεριφορά τους σαν Αϊ-Βασίληδων. Έπρεπε να κάνουν όλα εκείνα τα πράγματα που κάνει ο πραγματικός άγιος. Μεταξύ των άλλων να κατεβαίνουν μέσα από την καμινάδα. Στην πραγματικότητα, το τζάκι θα ήταν η φυσική εστία, η «φωλιά» κάθε ΠΠ κατά τις ώρες που κανείς δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες του.
Η λεπτομέρεια αυτή μου είχε διαφύγει επειδή ελάχιστα σπίτια μέσα στη πόλη διαθέτουν τζάκι. Για αυτό και ακούγαμε αναφορές για τις πιό «τρελές» φωλιές, πίσω από την τηλεόραση, μέσα στο κάδο του πλυντηρίου, και άλλα τέτοια πολλά.
Τι προστατεύουν τούτοι εδώ τώρα; Τι υπάρχει μέσα στο τζάκι; Μήπως το επίμαχο κινητό;
Προχωρώ προς το μέρος τους με σφιγμένες τις γροθιές μου, χωρίς να κρύβω την εχθρότητα μου απέναντι τους. Δεν το παίρνουν απόφαση να παραμερίσουν. Αντίθετα, χιμούν κατά πάνω μου. Αγκαλιάζουν τα πόδια μου σαν κακομαθημένα παιδιά και προσπαθούν να με κρατήσουν ακίνητο. Δεν είναι ιδιαίτερα δυνατοί, αλλά είναι πολλοί. Φοβάμαι μήπως χάσω την ισορροπία μου. Άν πέσω, θα είναι ευκολότερο για αυτούς να με καταφέρουν. Μήπως σκότωσαν έτσι τον Πάνο;
Τινάζω απότομα το δεξί μου πόδι και ένας ΠΠ πετάγεται μακρυά και κομματιάζεται πάνω στον τοίχο. Εκμεταλλεύομαι το στιγμιαίο σάστισμα τους για να ξεκάνω έναν ακόμα νάνο – αυτόν τον πατώ αλύπητα στην κοιλιά μέχρι να πάψει να κινείται. Αυτά είναι και όλα όσα προλαβαίνω να κάνω όταν ξαφνικά δέχομαι ένα τρομερό χτύπημα από πίσω.
Μόλις προφταίνω να γυρίσω και να δώ ένα γαντοφορεμένο χέρι να έρχεται καταπάνω μου. Είχα ξεχάσει το μεγαλόσωμο Πατέρα. Ο πόνος από την επαφή της γροθιάς του στο σαγόνι μου είναι τρομερός. Πόσο δυνατούς τους έχουμε φτιάξει! Για καλή μου τύχη έχει αργές αντιδράσεις. Φαίνεται πως περιμένει επιβεβαίωση από τους νάνους πριν από κάθε μπουνιά. Έ, λοιπόν, δεν θα έχει πολλές ευκαιρίες. Το κεφάλι μου έχει ήδη δεχτεί δύο κτυπήματα και πονά. Ετοιμάζεται για μιά τρίτη επίθεση, όταν ο σκύλος πέφτει όλος πανω του με λύσσα. Παλιοί γνώριμοι. Το ρομπότ σταματά, μην ξέροντας τι πρέπει να κάνει. Βρίσκω την ευκαρία και σκύβω, ενώ ταυτόχρονα σηκώνω την ατσάλινη μασιά δίπλα από το τζάκι. Χωρίς να βλέπω κάν το στόχο μου, σκίζω τον αέρα μπροστά μου σαν ξιφομάχος. Ακούγεται ένας απαίσιος ήχος, σαν να κάνουν κακά χίλιες μύγες μαζί.
Ανοίγω τα μάτια μου και αντικρύζω τον μεγάλο Πατερούλη ακέφαλο, με χιλιάδες κομμένα καλώδια που σπινθηρίζουν να εξέχουν μέσα από το λαιμό του. Πάει και αυτός.
Το πεδίο τώρα είναι ανοικτό. Μπαίνω γονατιστός μέσα στο τεράστιο τζάκι. Ψαχουλεύω ανάμεσα στις στάχτες και τα κούτσουρα. Δεν βλέπω τίποτα εδώ. Μήπως έκανα λάθος; Μετά συνειδητοποιώ ότι αυτό είναι ένα πραγματικό τζάκι. Τεντώνομαι όσο μπορώ περισσότερο και ψαχουλεύω τα τοιχώματα της καμινάδας. Με τις άκρες των δακτύλων μου εντοπίζω ένα πλαστικό αντικείμενο κολλημένο με μονωτική ταινία. Αυτό είναι. Το έχουν στερεώσει γερά, πανάθεμά τους! Δυσκολεύομαι να κόψω την ταινία με το χέρι, θα πρέπει να πάρω ένα μαχαίρι από την κουζίνα.
Πάνω να βγώ από εδώ μέσα, όταν νοιώθω ένα κύμα θερμότητας ανάμεσα στα πόδια μου. Ο εγκέφαλος μου αναλύει την εικόνα πριν αποφασίσει να την αποδεχτεί. Πέντε ζευγάρια πορτοκαλιά χεράκια δουλεύουν πυρετωδώς για να με εξοντώσουν, ρίχνοντας φωτιστικό πετρέλαιο πάνω στα φρέσκα κούτσουρα. Οι φλόγες φουντώνουν αμέσως.
Θέλουν να με κάψουν ζωντανό.
Είναι αδύνατον να ξεφύγω. Ακούω ένα γάβγισμα και παρακολουθώ τον ένα νάνο να τραβιέται μακρυά. Καλό σκυλάκι, τον καταβρόχθισε. Μένουν όμως άλλοι τέσσερις. Ο τρόμος του ολοκαυτώματος μου δίνει απρόσμενη δύναμη. Ή τώρα ή ποτέ. Τραβώ απότομα τη μονωτική ταινία. Το κινητό είναι στα χέρια μου.
Ο χώρος μέσα στην καμινάδα έχει γεμίσει καπνούς και νοιώθω τις αισθήσεις μου να με εγκαταλείπουν. Βλέπω τα δολοφονικά χεράκια από πλαστικό να ρίχνουν και άλλα κούτσουρα στη φωτιά, αποκλείοντας τη μοναδική οδό διαφυγής μου. Ενεργοποιώ τη συσκευή – ευτυχώς ο Πάνος την είχε αφήσει ξεκλείδωτη. Με το τελευταίο απόθεμα των δυνάμεων μου πληκτροδοτώ τον φονικό κωδικό: 1-890-222-fu.
Nuke them all!
Μετά λιποθυμώ.

*


Κάνω κάτι μέρες να συνέλθω. Ευτυχώς πήρα μιά αναρρωτική άδεια από την εταιρεία και την έκανα για ολιγοήμερες διακοπές στο Μπαλί με την Ιρίνα. Ήταν εκείνη που με έβγαλε μέσα από το τζάκι, σβήνοντας τη φωτιά την τελευταία στιγμή. Βλέπετε, ο αγαπημένος της Μαρόζνι Ατέτς υπέκλεψε την τελευταία συνομιλία μας στο κινητό και κατάλαβε πως θα πήγαινε για ανακύκλωση. Έτσι βιάστηκε και αποπειράθηκε να την εξοντώσει τρυπώντας την με μία βελόνα του πλεξίματος. Όμως η χειροδύναμη Σλάβα τον έκανε σουβλάκι. Στη συνέχεια έτρεξε να με βρεί στο σπίτι του Πάνου.

Το κόλπο με το κινητό δούλεψε πολύ καλά. Τόσο καλά που οι Παγωμένοι Πατέρες δεν γίνανε απλά αρνάκια, αλλά σταματήσανε εντελώς τη λειτουργία τους. Βέβαια, πως το εξηγείς αυτό στους πελάτες; Το τμήμα δημοσίων σχέσεων έβγαλε μία ανακοίνωση για να μπαλώσει τα πράγματα, ότι δήθεν και καλά ήταν ελαττωματικό το σύστημα επαναφόρτισης της μπαταρίας των ρομπότ, κλπ., κλπ. Για προληπτικούς λόγους, ζητήσαμε να μας επιστραφούν όλοι οι ΠΠ για επανέλεγχο και σέρβις. Η αλήθεια είναι ότι πρέπει να τους ξαναδώσουμε πολύ σύντομα στους πελάτες, διαφορετικά θα μας φάνε ζωντανούς. Το σύνδρομο ΣΕΠΠ, βλέπετε.

Μετά από πολυήμερες διαβουλεύσεις, το ΔΣ αποφάσισε να διατηρήσει τη γραμμή παραγωγής των ρομπότ, αλλάζοντας όμως το λογισμικό έτσι ώστε να είναι ασφαλές για τον χρήστη. Οι καινούριες προδιαγραφές σήμαιναν τη θανατική καταδίκη του προγράμματος Παγωμένου Πατέρα. Όχι άλλα πορτοκαλί ανθρωπάκια.
Τι θα έπαιρνε τη θέση τους;

*

Είμαι φρέσκος μετά τις διακοπές και ήρθε η ώρα να παρουσιάσω στο ΔΣ τις προτάσεις μου για τα χαρακτηριστικά του νεόυ προϊόντος.
«Θα είναι πάλι ένα κουκλάκι;» ρωτάει ο διευθύνων σύμβουλος.
«Ναι» απαντώ «αλλά σε φυσικό μέγεθος. Το νέο προϊόν θα δίνεται δωρεάν στους πελάτες (στη θέση του ΠΠ) και πρέπει να αποκτήσει και νέους οπαδούς. Τώρα, κάθε ρομπότ θα είναι απομονωμένο στο χώρο του κατόχου του, με αποκλειστική επικοινωνία με αυτόν. Θα είναι προγραμματισμένο έτσι ώστε να έχει πνεύμα διαρκούς υποταγής και να μπορεί να απευθύνεται σε περισσότερο ενήλικο κοινό, τέτοιο που να είναι σε θέση να εκτιμήσει περισσότερο τα προσόντα του. Άλλωστε, θα είναι πολύ πιό ανθρωπόμορφο»
«Θα είναι κερδοφόρο, όπως ο ΠΠ;»
«Πολύ περισσότερο. Άλλωστε θα πωλείται στην τριπλάσια τιμή»
«Τριπλάσια τιμή;» φωνάζει ο διευθυντής του οικονομικού. «Μα τότε θα καταστραφούμε! Ποιός θα δώσει τόσα λεφτά για ένα παιχνίδι;»
Δεν μπορώ να συγκρατήσω ένα χαμόγελο.
«Ξέχασα να σας πληροφορήσω ότι το προϊόν δεν απευθύνεται πλέον σε παιδιά – τουλάχιστον όχι σε αυτά της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πιστέψτε με, το target group του νέου προϊόντος δεν θα βασιστεί στο χαρτζηλίκι του για να το αποκτήσει. Θα δώσει όλο του το μισθό και το δώρο μαζί»
«Μα ποιό είναι πιά το πρότυπο για το νέο κουκλάκι;» αναρωτιώνται με ένα στόμα όλα τα μέλη του ΔΣ. «Σε ποιόν θα μοιάζει;»
Τους κοιτώ για λίγες στιγμές πριν απαντήσω. Τους λυπάμαι. Ολόκληροι άντρες και παίζουν ακόμα σαν τα μωρά. Με στρατιωτάκια, αεροπλανάκια και Αϊ-Βασίληδες. Τώρα θα αλλάξουν όλα αυτά. Θα φτιάχνουμε παιχνίδια για ενήλικες, σαν τα σπορ αυτοκίνητα. Ευτυχώς που έχουν και εμένα ανάμεσα τους.
«Στην Πάμελα Άντερσον, φυσικά» απαντώ.

5 Σχόλια & γνώμες:

ellinida είπε...

Φαντάζομαι σου έφερε ο Αη Βασίλης αυτό που ήθελες ε;
Χρόνια πολλάαααααα
φιλάκια

renata είπε...

Το διάβασα χτες βράδυ και αγριεύτηκαααααααα! Α πα πα πα! Καλά κάνω εγώ που δε χωνεύω τα ρομπότ! ;)
Όσο για την κατακλείδα χαμογέλασα γιατί σκέφτηκα πως ήταν αναμενόμενο! ;)

SpAn είπε...

@ ελληνίς
Μπαααα...ακόμα πειμένουμε...μας έστησε ο άγιος...
;-)

@ ρενάτα
Μπουχαχαχα! Άκρως φοβιστικό ε ;-)

Ανώνυμος είπε...

tsoyromadistra

Καταπληκτικο !
Μου κρατησε το ενδιαφερον και μου
αρεσε.
Μου θυμισε τον
Arthur Clark στο "Εγω το ρομποτ".



http://tsoyromadistra.blogspot.com/

Sakis είπε...

I robot του Isaak Asimov να διορθώσω.

Ακριβώς τους τρεις νόμους της ρομποτικής ξέχασε ο Πάνος μας.

Αλλη μία φοβερή ιστορία που διάβασα εδώ.